πέος
•
- ανατομίατο όργανο ούρησης και συνουσίας στα αρσενικά θηλαστικά, ορισμένα πτηνά και άλλα ζώα Βικιλεξικό
- Γιώργος Σεφέρης, Μαθιός Πασχάλης, Τα εντεψίζικα
Ετυμολογία
πέος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πέος | πέη |
| Γενική | πέους | πεών |
| Αιτιατική | πέος | πέη |
| Κλητική | πέος | πέη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →