ενδοσχολικός
•
- νεολογισμόςπου συμβαίνει μέσα σ' ένα σχολείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενδοσχολικός < ενδο- + σχολικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοσχολικός | ενδοσχολική | ενδοσχολικό |
| Γενική | ενδοσχολικού | ενδοσχολικής | ενδοσχολικού |
| Αιτιατική | ενδοσχολικό | ενδοσχολική | ενδοσχολικό |
| Κλητική | ενδοσχολικέ | ενδοσχολική | ενδοσχολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοσχολικοί | ενδοσχολικές | ενδοσχολικά |
| Γενική | ενδοσχολικών | ενδοσχολικών | ενδοσχολικών |
| Αιτιατική | ενδοσχολικούς | ενδοσχολικές | ενδοσχολικά |
| Κλητική | ενδοσχολικοί | ενδοσχολικές | ενδοσχολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →