Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοσχολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου συμβαίνει μέσα σ' ένα σχολείο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδοσχολικός < ενδο- + σχολικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοσχολικόςενδοσχολικήενδοσχολικό
Γενικήενδοσχολικούενδοσχολικήςενδοσχολικού
Αιτιατικήενδοσχολικόενδοσχολικήενδοσχολικό
Κλητικήενδοσχολικέενδοσχολικήενδοσχολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοσχολικοίενδοσχολικέςενδοσχολικά
Γενικήενδοσχολικώνενδοσχολικώνενδοσχολικών
Αιτιατικήενδοσχολικούςενδοσχολικέςενδοσχολικά
Κλητικήενδοσχολικοίενδοσχολικέςενδοσχολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →