Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σχόλη

/ˈsxo.li/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ημέρα αργίας, αργία Βικιλεξικό
  2. ※ Θα'ρχεται σε μας στη σχόλη του, τ'απομεσήμερο του Σαββάτου - να νοικοκυρεύεται κομμάτι και να τρώει ένα πιάτο σπιτικό φαΐ (Χριστίνα Πουλίδου, Ανω Κάτω, εκδ. Μεταίχμιο, 2016) Βικιλεξικό
    • Στη δικιά μας τη δουλειά δεν υπάρχουν καθημερινές και σχόλες.

Ετυμολογία

σχόλη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σχόλη < αρχαία ελληνική σχολή με αλλαγή του τονισμού για διαφοροποίηση από την σχολή < (ή μέσω του σχολάζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσχόλησχόλες
Γενικήσχόλης—
Αιτιατικήσχόλησχόλες
Κλητικήσχόλησχόλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σχολή

/sxoˈli/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εκπαίδευσηεκπαιδευτικός οργανισμός που παρέχει σπουδές Βικιλεξικό
    • σχολή χορού, δραματική σχολή
  2. εκπαίδευσηεκπαιδευτικός οργανισμός που παρέχει σπουδές Βικιλεξικό
  3. εκπαίδευσηεκπαιδευτικός οργανισμός που παρέχει σπουδές Βικιλεξικό
  4. εκπαίδευσηεκπαιδευτικός οργανισμός που παρέχει σπουδές Βικιλεξικό
    • Η σχολή μας έχει πέντε τμήματα. Πρέπει να δηλώσω στη Γραμματεία του πανεπιστημίου ποιο θα επιλέξω.
  5. σύστημα φιλοσοφικό, πνευματικό ή καλλιτεχνική τεχνοτροπία Βικιλεξικό
    • (συνεκδοχικά) το σύνολο των οπαδών ή των μαθητών αυτού του συστήματος

Ετυμολογία

σχολή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σχολή στη σημασία «εκπαιδευτικός χώρος» (αρχαία σημασία: απραξία, για το οποίο δείτε και σχόλη) :* για την υποδιαίρεση πανεπιστημιακού μαθήματος < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική faculté, école ή τη γερμανική Fakultät :* για το σύστημα, τεχνοτροπία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική > λατινική schola < αρχαία ελληνική σχολή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσχολήσχολές
Γενικήσχολήςσχολών
Αιτιατικήσχολήσχολές
Κλητικήσχολήσχολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →