σχόλη
•
- ημέρα αργίας, αργία Βικιλεξικό
- ※ Θα'ρχεται σε μας στη σχόλη του, τ'απομεσήμερο του Σαββάτου - να νοικοκυρεύεται κομμάτι και να τρώει ένα πιάτο σπιτικό φαΐ (Χριστίνα Πουλίδου, Ανω Κάτω, εκδ. Μεταίχμιο, 2016) Βικιλεξικό
- Στη δικιά μας τη δουλειά δεν υπάρχουν καθημερινές και σχόλες.
Ετυμολογία
σχόλη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σχόλη < αρχαία ελληνική σχολή με αλλαγή του τονισμού για διαφοροποίηση από την σχολή < (ή μέσω του σχολάζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχόλη | σχόλες |
| Γενική | σχόλης | — |
| Αιτιατική | σχόλη | σχόλες |
| Κλητική | σχόλη | σχόλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →