Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοτικότητα

/en.ðo.tiˈko.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενδίδω / υποχωρώ Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: ενδοτισμός
  2. κατ’ επέκτασηευκαμψία, ελαστικότητα Βικιλεξικό
  3. ιατρικήυποχώρηση Βικιλεξικό
    • βελτιώνεται η ενδοτικότητα των τοιχωμάτων των αρτηριών
  4. τεχνολογίαελαστικότητα, ειδική ρύθμιση μιας σύνδεσης, ώστε να παρουσιάζει ανοχές σε ορισμένες κινήσεις Βικιλεξικό
    • Μια ανάρτηση με σωστή ενδοτικότητα επιτρέπει την προς τα πίσω κίνηση των τροχών στις λακκούβες, αλλά όχι την εγκάρσια κίνηση των τροχών στις στροφές. (www.4troxoi.gr)

Ετυμολογία

ενδοτικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνδοτικότης (μαρτυρείται από το 1883) (ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης αναφέρει 1887, ενώ ο Στέφανος Κουμανούδης 1890) : Μορφολογικά, < ενδοτικ(ός) + -ότης > -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενδοτικότηταενδοτικότητες
Γενικήενδοτικότηταςενδοτικοτήτων
Αιτιατικήενδοτικότηταενδοτικότητες
Κλητικήενδοτικότηταενδοτικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →