ενδοτικότητα
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενδίδω / υποχωρώ Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ενδοτισμός
- κατ’ επέκτασηευκαμψία, ελαστικότητα Βικιλεξικό
- ιατρικήυποχώρηση Βικιλεξικό
- βελτιώνεται η ενδοτικότητα των τοιχωμάτων των αρτηριών
- τεχνολογίαελαστικότητα, ειδική ρύθμιση μιας σύνδεσης, ώστε να παρουσιάζει ανοχές σε ορισμένες κινήσεις Βικιλεξικό
- Μια ανάρτηση με σωστή ενδοτικότητα επιτρέπει την προς τα πίσω κίνηση των τροχών στις λακκούβες, αλλά όχι την εγκάρσια κίνηση των τροχών στις στροφές. (www.4troxoi.gr)
Ετυμολογία
ενδοτικότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐνδοτικότης (μαρτυρείται από το 1883) (ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης αναφέρει 1887, ενώ ο Στέφανος Κουμανούδης 1890) : Μορφολογικά, < ενδοτικ(ός) + -ότης > -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενδοτικότητα | ενδοτικότητες |
| Γενική | ενδοτικότητας | ενδοτικοτήτων |
| Αιτιατική | ενδοτικότητα | ενδοτικότητες |
| Κλητική | ενδοτικότητα | ενδοτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →