Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοτραχειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου αφορά ή πραγματοποιείται στο εσωτερικό της τραχείας, ιδίως ως ιατρική πράξη ή μέθοδος εισαγωγής οργάνων για τη διασφάλιση ή υποστήριξη της αναπνοής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενδοτραχειακός < ενδο- + τραχειακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική endotracheal)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοτραχειακόςενδοτραχειακήενδοτραχειακό
Γενικήενδοτραχειακούενδοτραχειακήςενδοτραχειακού
Αιτιατικήενδοτραχειακόενδοτραχειακήενδοτραχειακό
Κλητικήενδοτραχειακέενδοτραχειακήενδοτραχειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενδοτραχειακοίενδοτραχειακέςενδοτραχειακά
Γενικήενδοτραχειακώνενδοτραχειακώνενδοτραχειακών
Αιτιατικήενδοτραχειακούςενδοτραχειακέςενδοτραχειακά
Κλητικήενδοτραχειακοίενδοτραχειακέςενδοτραχειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →