τραχεία
•
- ανατομίααναπνευστικός σωλήνας που συνδέει τον λάρυγγα με τους βρόγχους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραχεία < ελληνιστική κοινή τραχεῖα ἀρτηρία < αρχαία ελληνική τραχεῖα, ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου τραχύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τραχεία | τραχείες |
| Γενική | τραχείας | τραχειών |
| Αιτιατική | τραχεία | τραχείες |
| Κλητική | τραχεία | τραχείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →