Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενδοχώρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γεωγραφίαπεριοχή που βρίσκεται πίσω από την ακτή Βικιλεξικό
    • Η καστροπολιτεία του Γερακίου είναι στην ενδοχώρα της επαρχίας Μονεμβασίας, ενώ το οχυρό της Ζαραφώνας αποτελεί συνοριακό φυλάκιο, δορυφορικό του σαφώς σημαντικότερου Γερακίου. […] Η Καστάνιτσα ήταν οχυρωμένη καστροπολιτεία με κάστρο και πύργο που ανάγεται στην εποχή του Δεσποτάτου και χτίστηκε από τους Βυζαντινούς ήδη από τον 14ο αιώνα.
    • Με δεδομένη την διάρθρωση της τοπικής οικονομίας (κυριαρχία πρωτογενή τομέα και λιανικού εμπορίου) και τις δυσκολίες απεξάρτησης, μεσοπρόθεσμα, από τη μόνη δυνατή σήμερα παραγωγή πρώτης ύλης στον πρωτογενή τομέα , όσο ο πολυπληθής γεωργικός πληθυσμός της ενδοχώρας – πολυδραστήριος ή μη συμβάλλει στην στήριξη της οικονομίας της μικρής πόλης (επιμέλεια Δημήτρη Οικονόμου και Γιώργου Πετράκου, Η ανάπτυξη των Ελληνικών πόλεων: διεπιστημονικές προσεγγίσεις αστικής ανάλυσης και πολιτικής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας-"Gutenberg", 2004, σελ. 187)

Ετυμολογία

ενδοχώρα < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Hinterland < hinter (πίσω) + Land (χώρα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενδοχώραενδοχώρες
Γενικήενδοχώραςενδοχωρών
Αιτιατικήενδοχώραενδοχώρες
Κλητικήενδοχώραενδοχώρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →