Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενημέρωση

/e.niˈme.ɾo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενημερώνω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενημερώνω Βικιλεξικό
    • Τα περισσότερα υποκαταστήματα της περιοχής της πρωτεύουσας είχαν συνδεθεί με το ηλεκτρονικό κέντρο της Τράπεζας, ώστε η κατάθεση, η ανάληψη ή η ενημέρωση του βιβλιαρίου να γίνονται σε σύντομο χρόνο. (Αργυρώ Αγγελοπούλου, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος: ένα Χρονικό, 2002, σελ. 112)
  3. λογισμικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενημερώνω Βικιλεξικό
    • κατέβασα τις τελευταίες ενημερώσεις για το open office
    • Διαφέρει από την αναβάθμιση (upgrade)
  4. πληροφορικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενημερώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενημέρωση < ενημερώνω + -ση < ενήμερος + -ώνω < εν + ημέρα < αρχαία ελληνική ἡμέρα < ἦμαρ (ημέρα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eh₃mr̥ (ζέστη) < *h₂eh₃- (ζεσταίνομαι, καίω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενημέρωσηενημερώσεις
Γενικήενημέρωσηςενημερώσεων
Αιτιατικήενημέρωσηενημερώσεις
Κλητικήενημέρωσηενημερώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →