ενημερώνω
•
- παρουσιάζω τις τελευταίες ειδήσεις Βικιλεξικό
- καταγράφω όλες τις μεταβολές μιας αξίας που έχουν συμβεί από την προηγούμενη φορά Βικιλεξικό
- πληροφορικήκατεβάζω και εγκαθιστώ σε υπολογιστή τις τελευταίες αλλαγές που έχουν γίνει στο λογισμικό που χρησιμοποιεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενημερώνω < ενήμερος + -ώνω < εν + ημέρα < αρχαία ελληνική ἡμέρα < ἦμαρ (ημέρα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eh₃mr̥ (ζέστη) < *h₂eh₃- (ζεσταίνομαι, καίω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενημερώνω | ενημερώνεις | ενημερώνει | ενημερώνουμε | ενημερώνετε | ενημερώνουν / ενημερώνουνε |
| Παρατατικός | ενημέρωνα | ενημέρωνες | ενημέρωνε | ενημερώναμε | ενημερώνατε | ενημέρωναν / ενημερώναν / ενημερώνανε |
| Αόριστος | ενημέρωσα | ενημέρωσες | ενημέρωσε | ενημερώσαμε | ενημερώσατε | ενημέρωσαν / ενημερώσαν / ενημερώσανε |
| Μέλλοντας | θα ενημερώνω / θα ενημερώσω | θα ενημερώνεις / θα ενημερώσεις | θα ενημερώνει / θα ενημερώσει | θα ενημερώνουμε / θα ενημερώσουμε | θα ενημερώνετε / θα ενημερώσετε | θα ενημερώνουν / θα ενημερώνουνε / θα ενημερώσουν / θα ενημερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενημερώσει | έχεις ενημερώσει | έχει ενημερώσει | έχουμε ενημερώσει | έχετε ενημερώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενημερώσει | είχες ενημερώσει | είχε ενημερώσει | είχαμε ενημερώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενημερώσει / να ενημερώνω / να ενημερώσω | να έχεις ενημερώσει / να ενημερώνεις / να ενημερώσεις | να έχει ενημερώσει / να ενημερώνει / να ενημερώσει | να έχουμε ενημερώσει / να ενημερώνουμε / να ενημερώσουμε | να έχετε ενημερώσει / να ενημερώνετε / να ενημερώσετε | να ενημερώνουν / να ενημερώνουνε / να ενημερώσουν / να ενημερώσουνε |
| Προστακτική | — | ενημέρωνε / ενημέρωσε | — | — | ενημερώνετε / ενημερώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →