Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενημερώνω

/e.ni.meˈɾo.no/ρήμα
•
  1. παρουσιάζω τις τελευταίες ειδήσεις Βικιλεξικό
  2. καταγράφω όλες τις μεταβολές μιας αξίας που έχουν συμβεί από την προηγούμενη φορά Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήκατεβάζω και εγκαθιστώ σε υπολογιστή τις τελευταίες αλλαγές που έχουν γίνει στο λογισμικό που χρησιμοποιεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενημερώνω < ενήμερος + -ώνω < εν + ημέρα < αρχαία ελληνική ἡμέρα < ἦμαρ (ημέρα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂eh₃mr̥ (ζέστη) < *h₂eh₃- (ζεσταίνομαι, καίω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςενημερώνωενημερώνειςενημερώνειενημερώνουμεενημερώνετεενημερώνουν / ενημερώνουνε
Παρατατικόςενημέρωναενημέρωνεςενημέρωνεενημερώναμεενημερώνατεενημέρωναν / ενημερώναν / ενημερώνανε
Αόριστοςενημέρωσαενημέρωσεςενημέρωσεενημερώσαμεενημερώσατεενημέρωσαν / ενημερώσαν / ενημερώσανε
Μέλλονταςθα ενημερώνω / θα ενημερώσωθα ενημερώνεις / θα ενημερώσειςθα ενημερώνει / θα ενημερώσειθα ενημερώνουμε / θα ενημερώσουμεθα ενημερώνετε / θα ενημερώσετεθα ενημερώνουν / θα ενημερώνουνε / θα ενημερώσουν / θα ενημερώσουνε
Παρακείμενοςέχω ενημερώσειέχεις ενημερώσειέχει ενημερώσειέχουμε ενημερώσειέχετε ενημερώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ενημερώσειείχες ενημερώσειείχε ενημερώσειείχαμε ενημερώσει——
Υποτακτικήνα έχω ενημερώσει / να ενημερώνω / να ενημερώσωνα έχεις ενημερώσει / να ενημερώνεις / να ενημερώσειςνα έχει ενημερώσει / να ενημερώνει / να ενημερώσεινα έχουμε ενημερώσει / να ενημερώνουμε / να ενημερώσουμενα έχετε ενημερώσει / να ενημερώνετε / να ενημερώσετενα ενημερώνουν / να ενημερώνουνε / να ενημερώσουν / να ενημερώσουνε
Προστακτική—ενημέρωνε / ενημέρωσε——ενημερώνετε / ενημερώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →