ενθουσιασμός
•
- η ύπαρξη μεγάλης, ευχάριστης ψυχικής διάθεσης που μπορεί να συνοδεύεται και από εκδηλώσεις χαράς Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάέντονο ξαφνικό ενδιαφέρον ή θαυμασμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενθουσιασμός < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική ἐνθουσιασμός (έμπνευση) και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική enthousiasme (< αρχαία ελληνική ἐνθουσιασμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενθουσιασμός | ενθουσιασμοί |
| Γενική | ενθουσιασμού | ενθουσιασμών |
| Αιτιατική | ενθουσιασμό | ενθουσιασμούς |
| Κλητική | ενθουσιασμέ | ενθουσιασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →