ενθουσιάζω
•
- προκαλώ ενθουσιασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενθουσιάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνθουσιάζω < ἔνθους < ἔνθεος < ἐν + θεός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tʰehós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα < *dʰéh₁s < *dʰeh₁- (κάνω, θέτω) + *-s
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Παρατατικός | ενθουσιαζόμουνα | ενθουσιαζόσουνα | ενθουσιαζότανε | — | ενθουσιαζόσαστε | ενθουσιαζόντουσαν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | ενθουσιαστήκαν / ενθουσιαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ενθουσιαστώ | θα ενθουσιαστείς | θα ενθουσιαστεί | θα ενθουσιαστούμε | θα ενθουσιαστείτε | θα ενθουσιαστούν / θα ενθουσιαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ενθουσιαστεί | έχεις ενθουσιαστεί | έχει ενθουσιαστεί | έχουμε ενθουσιαστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενθουσιαστεί | είχες ενθουσιαστεί | είχε ενθουσιαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενθουσιαστεί / να ενθουσιαστώ | να έχεις ενθουσιαστεί / να ενθουσιαστείς | να έχει ενθουσιαστεί / να ενθουσιαστεί | να έχουμε ενθουσιαστεί / να ενθουσιαστούμε | να ενθουσιαστείτε | να ενθουσιαστούν / να ενθουσιαστούνε |
| Προστακτική | — | ενθουσιάσου | — | — | ενθουσιαστείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενθουσιάζομαι | ενθουσιάζεσαι | ενθουσιάζεται | ενθουσιαζόμαστε | ενθουσιάζεστε | ενθουσιάζονται |
| Παρατατικός | ενθουσιαζόμουν | ενθουσιαζόσουν | ενθουσιαζόταν | ενθουσιαζόμασταν / ενθουσιαζόμαστε | ενθουσιαζόσασταν | ενθουσιάζονταν |
| Αόριστος | ενθουσιάστηκα | ενθουσιάστηκες | ενθουσιάστηκε | ενθουσιαστήκαμε | ενθουσιαστήκατε | ενθουσιάστηκαν |
| Μέλλοντας | θα ενθουσιάζομαι | θα ενθουσιάζεσαι | θα ενθουσιάζεται | θα ενθουσιαζόμαστε | θα ενθουσιάζεστε | θα ενθουσιάζονται |
| Υποτακτική | να ενθουσιάζομαι | να ενθουσιάζεσαι | να ενθουσιάζεται | να ενθουσιαζόμαστε | να ενθουσιάζεστε | να ενθουσιάζονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | ενθουσιάζεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →