Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενθρονιστήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πραγματοποιείται κατά την ενθρόνιση ενός ηγεμόνα, βασιλιά Βικιλεξικό
  2. χριστιανισμόςπου πραγματοποιείται κατά την ενθρόνιση ενός επισκόπου, ηγουμένου Βικιλεξικό
    • ενθρονιστήριος λόγος
    • Ὁ ἐνθρονιστήριος λόγος τοῦ σημερινοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν, πρὶν ἀπὸ πέντε χρόνια, μᾶς εἶχε συγκινητικά παραπλανήσει: Ἡ γλώσσα του (γλώσσα ρεαλισμοῦ καὶ ἀμεσότητας πρωτάκουστη σὲ «παπαδικὰ» περιβάλλοντα) μᾶς εἶχε χαρίσει τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ἦταν ἑτοιμασμένος νὰ τολμήσει ἱστορικὲς τομές. Σήμερα ψηλαφούμε καὶ στὴν περίπτωσή του τὴν ἀκαταμάχητη δυναμικὴ παρακμῆς καὶ εὐτελισμοῦ τοῦ ἄλλοτε Γένους τῶν Ἑλλήνων.

Ετυμολογία

ενθρονιστήριος < ενθρονίζω, ενθρονισ- + -τήριος < (ελληνιστική κοινή) < εν- ἐν + αρχαία ελληνική θρόνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενθρονιστήριοςενθρονιστήριαενθρονιστήριο
Γενικήενθρονιστήριουενθρονιστήριαςενθρονιστήριου
Αιτιατικήενθρονιστήριοενθρονιστήριαενθρονιστήριο
Κλητικήενθρονιστήριεενθρονιστήριαενθρονιστήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενθρονιστήριοιενθρονιστήριεςενθρονιστήρια
Γενικήενθρονιστήριωνενθρονιστήριωνενθρονιστήριων
Αιτιατικήενθρονιστήριουςενθρονιστήριεςενθρονιστήρια
Κλητικήενθρονιστήριοιενθρονιστήριεςενθρονιστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →