ενθρονιστικός
•
- που έχει σχέση με την ενθρόνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενθρονιστικός < ενθρονίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενθρονιστικός | ενθρονιστική | ενθρονιστικό |
| Γενική | ενθρονιστικού | ενθρονιστικής | ενθρονιστικού |
| Αιτιατική | ενθρονιστικό | ενθρονιστική | ενθρονιστικό |
| Κλητική | ενθρονιστικέ | ενθρονιστική | ενθρονιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενθρονιστικοί | ενθρονιστικές | ενθρονιστικά |
| Γενική | ενθρονιστικών | ενθρονιστικών | ενθρονιστικών |
| Αιτιατική | ενθρονιστικούς | ενθρονιστικές | ενθρονιστικά |
| Κλητική | ενθρονιστικοί | ενθρονιστικές | ενθρονιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →