Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενθρονιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ενθρόνιση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενθρονιστικός < ενθρονίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενθρονιστικόςενθρονιστικήενθρονιστικό
Γενικήενθρονιστικούενθρονιστικήςενθρονιστικού
Αιτιατικήενθρονιστικόενθρονιστικήενθρονιστικό
Κλητικήενθρονιστικέενθρονιστικήενθρονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενθρονιστικοίενθρονιστικέςενθρονιστικά
Γενικήενθρονιστικώνενθρονιστικώνενθρονιστικών
Αιτιατικήενθρονιστικούςενθρονιστικέςενθρονιστικά
Κλητικήενθρονιστικοίενθρονιστικέςενθρονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →