Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενιαύσιος

/e.niˈaf.si.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ετήσιος Βικιλεξικό
    • Ἐποχὴ τῆς ἐσοδείας τοῦ νέου οἴνου δὲν ἦτο, διὰ ν’ ἀνοίξωσι διὰ τρεῖς μῆνας καὶ εἷτα νὰ κλείσωσι, τοὐναντίον ἡ ενιαύσιος ἐσοδεία εἶχεν ἐξαντληθεί ἤδη καὶ ὁ τόπος εἰσήγεν ἔξωθεν τὸν οἶνον. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. (1892) Οι χαλασοχώρηδες, Μέρος Δ')
  2. που έχει διάρκεια ενός χρόνου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενιαύσιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνιαύσιος < ἐνιαυτός (έτος, επέτειος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενιαύσιοςενιαύσιαενιαύσιο
Γενικήενιαύσιουενιαύσιαςενιαύσιου
Αιτιατικήενιαύσιοενιαύσιαενιαύσιο
Κλητικήενιαύσιεενιαύσιαενιαύσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενιαύσιοιενιαύσιεςενιαύσια
Γενικήενιαύσιωνενιαύσιωνενιαύσιων
Αιτιατικήενιαύσιουςενιαύσιεςενιαύσια
Κλητικήενιαύσιοιενιαύσιεςενιαύσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →