ενιαύσιος
•
- ετήσιος Βικιλεξικό
- Ἐποχὴ τῆς ἐσοδείας τοῦ νέου οἴνου δὲν ἦτο, διὰ ν’ ἀνοίξωσι διὰ τρεῖς μῆνας καὶ εἷτα νὰ κλείσωσι, τοὐναντίον ἡ ενιαύσιος ἐσοδεία εἶχεν ἐξαντληθεί ἤδη καὶ ὁ τόπος εἰσήγεν ἔξωθεν τὸν οἶνον. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. (1892) Οι χαλασοχώρηδες, Μέρος Δ')
- που έχει διάρκεια ενός χρόνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενιαύσιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνιαύσιος < ἐνιαυτός (έτος, επέτειος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενιαύσιος | ενιαύσια | ενιαύσιο |
| Γενική | ενιαύσιου | ενιαύσιας | ενιαύσιου |
| Αιτιατική | ενιαύσιο | ενιαύσια | ενιαύσιο |
| Κλητική | ενιαύσιε | ενιαύσια | ενιαύσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενιαύσιοι | ενιαύσιες | ενιαύσια |
| Γενική | ενιαύσιων | ενιαύσιων | ενιαύσιων |
| Αιτιατική | ενιαύσιους | ενιαύσιες | ενιαύσια |
| Κλητική | ενιαύσιοι | ενιαύσιες | ενιαύσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →