Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενισχυτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ενίσχυση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενισχυτικός < ενισχύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενισχυτικόςενισχυτικήενισχυτικό
Γενικήενισχυτικούενισχυτικήςενισχυτικού
Αιτιατικήενισχυτικόενισχυτικήενισχυτικό
Κλητικήενισχυτικέενισχυτικήενισχυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενισχυτικοίενισχυτικέςενισχυτικά
Γενικήενισχυτικώνενισχυτικώνενισχυτικών
Αιτιατικήενισχυτικούςενισχυτικέςενισχυτικά
Κλητικήενισχυτικοίενισχυτικέςενισχυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →