ενισχυτικός
•
- που έχει σχέση με την ενίσχυση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενισχυτικός < ενισχύω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενισχυτικός | ενισχυτική | ενισχυτικό |
| Γενική | ενισχυτικού | ενισχυτικής | ενισχυτικού |
| Αιτιατική | ενισχυτικό | ενισχυτική | ενισχυτικό |
| Κλητική | ενισχυτικέ | ενισχυτική | ενισχυτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενισχυτικοί | ενισχυτικές | ενισχυτικά |
| Γενική | ενισχυτικών | ενισχυτικών | ενισχυτικών |
| Αιτιατική | ενισχυτικούς | ενισχυτικές | ενισχυτικά |
| Κλητική | ενισχυτικοί | ενισχυτικές | ενισχυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →