ενισχύω
•
- κάνω κάτι πιο ισχυρό, πιο ανθεκτικό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημεγαλώνω, αυξάνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάβοηθώ, στηρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενισχύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνισχύω < ἐν + ἰσχύω < ἰσχύς
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενισχύω | ενισχύεις | ενισχύει | ενισχύουμε | ενισχύετε | ενισχύουν / ενισχύουνε |
| Παρατατικός | ενίσχυα | ενίσχυες | ενίσχυε | ενισχύαμε | ενισχύατε | ενίσχυαν / ενισχύαν / ενισχύανε |
| Αόριστος | ενίσχυσα | ενίσχυσες | ενίσχυσε | ενισχύσαμε | ενισχύσατε | ενίσχυσαν / ενισχύσαν / ενισχύσανε |
| Μέλλοντας | θα ενισχύσω / θα ενισχύω | θα ενισχύεις / θα ενισχύσεις | θα ενισχύει / θα ενισχύσει | θα ενισχύουμε / θα ενισχύσουμε | θα ενισχύετε / θα ενισχύσετε | θα ενισχύουν / θα ενισχύουνε / θα ενισχύσουν / θα ενισχύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενισχύσει | έχεις ενισχύσει | έχει ενισχύσει | έχουμε ενισχύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενισχύσει | είχες ενισχύσει | είχε ενισχύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενισχύσει / να ενισχύσω / να ενισχύω | να έχεις ενισχύσει / να ενισχύεις / να ενισχύσεις | να έχει ενισχύσει / να ενισχύει / να ενισχύσει | να έχουμε ενισχύσει / να ενισχύουμε / να ενισχύσουμε | να ενισχύετε / να ενισχύσετε | να ενισχύουν / να ενισχύουνε / να ενισχύσουν / να ενισχύσουνε |
| Προστακτική | — | ενίσχυε / ενίσχυσε | — | — | ενισχύετε / ενισχύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ενισχύθηκαενισχύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →