Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εννιάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το ψηφίο εννιά Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελείται από εννιά ομοειδή αντικείμενα Βικιλεξικό
    • διαμέρισμα με εννιά κύρια δωμάτια
  3. κατ’ επέκτασηκάθε τι που αποτελεί τυποποιημένο μέγεθος 9 Βικιλεξικό
    • το τραπουλόχαρτο με τον αριθμό 9
    • βαθμός σε εξετάσεις
  4. αθλητισμόςποδοσφαιριστής που αγωνίζεται στην κεντροεπιθετική θέση της σύνθεσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εννιάρι < εννι(ά) + -άρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεννιάριεννιάρια
Γενικήεννιαριούεννιαριών
Αιτιατικήεννιάριεννιάρια
Κλητικήεννιάριεννιάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →