Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εννοιολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μια έννοια ή εννοιολογία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Ο May αναπτύσσει τις ηθικές και πρακτικές συνιστώσες της σκέψης του Γάλλου φιλοσόφου, και υπογραμμίζει την κρισιμότητα της προβληματοθεσίας που η «οντολογία της δημιουργίας», όπως χαρακτηρίζει την ντελεζιανή φιλοσοφία, εναποθέτει στο εννοιολογικό μας οπλοστάσιο σήμερα.

Ετυμολογία

εννοιολογικός < έννοια + -ο- + λογικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεννοιολογικόςεννοιολογικήεννοιολογικό
Γενικήεννοιολογικούεννοιολογικήςεννοιολογικού
Αιτιατικήεννοιολογικόεννοιολογικήεννοιολογικό
Κλητικήεννοιολογικέεννοιολογικήεννοιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεννοιολογικοίεννοιολογικέςεννοιολογικά
Γενικήεννοιολογικώνεννοιολογικώνεννοιολογικών
Αιτιατικήεννοιολογικούςεννοιολογικέςεννοιολογικά
Κλητικήεννοιολογικοίεννοιολογικέςεννοιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →