ενοικώ
•
- λόγιοδιαμένω, κατοικώ, εγκαθίσταμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενοικώ < αρχαία ελληνική ἐνοικέω / ἐνοικῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενοικώ | ενοικείς | ενοικεί | ενοικούμε | ενοικείτε | ενοικούν / ενοικούνε |
| Παρατατικός | ενοικούσα | ενοικούσες | ενοικούσε | ενοικούσαμε | ενοικούσατε | ενοικούσαν / ενοικούσανε |
| Αόριστος | ενοίκησα | ενοίκησες | ενοίκησε | ενοικήσαμε | ενοικήσατε | ενοίκησαν / ενοικήσαν / ενοικήσανε |
| Μέλλοντας | θα ενοικήσω / θα ενοικώ | θα ενοικήσεις / θα ενοικείς | θα ενοικήσει / θα ενοικεί | θα ενοικήσουμε / θα ενοικούμε | θα ενοικήσετε / θα ενοικείτε | θα ενοικήσουν / θα ενοικήσουνε / θα ενοικούν / θα ενοικούνε |
| Παρακείμενος | έχω ενοικήσει | έχεις ενοικήσει | έχει ενοικήσει | έχουμε ενοικήσει | έχετε ενοικήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενοικήσει | είχες ενοικήσει | είχε ενοικήσει | είχαμε ενοικήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενοικήσει / να ενοικήσω / να ενοικώ | να έχεις ενοικήσει / να ενοικήσεις / να ενοικείς | να έχει ενοικήσει / να ενοικήσει / να ενοικεί | να έχουμε ενοικήσει / να ενοικήσουμε / να ενοικούμε | να έχετε ενοικήσει / να ενοικήσετε / να ενοικείτε | να ενοικήσουν / να ενοικήσουνε / να ενοικούν / να ενοικούνε |
| Προστακτική | — | ενοίκει / ενοίκησε | — | — | ενοικήστε / ενοικείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →