ενοφθαλμισμός
•
- βοτανικήμέθοδος εμβολιασμού των φυτών κατά την οποία ο καλλιεργητής χαράζει τον φλοιό ενός φυτού και τοποθετεί στη σχισμή ένα τμήμα από άλλο φυτό με οφθαλμό Βικιλεξικό
- ιατρικήεισαγωγή μικροβίων με τρόπο ανάλογο προς τον ενοφθαλμισμό στα φυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενοφθαλμισμός < (ελληνιστική κοινή) < ἐνοφθαλμίζω < αρχαία ελληνική ἐν + ὀφθαλμός : για τον όρο της ιατρικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική inoculation ή από την αγγλική inoculation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενοφθαλμισμός | ενοφθαλμισμοί |
| Γενική | ενοφθαλμισμού | ενοφθαλμισμών |
| Αιτιατική | ενοφθαλμισμό | ενοφθαλμισμούς |
| Κλητική | ενοφθαλμισμέ | ενοφθαλμισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →