Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενοφθαλμίζω

ρήμα
•
  1. βοτανικήεφαρμόζω ενοφθαλμισμό σε φυτό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεισάγω και χρησιμοποιώ με δημιουργικό τρόπο Βικιλεξικό
    • Θα ήταν ωστόσο λάθος να πούμε ότι η Αμοργός του Γκάτσου αναδύεται αποκλειστικά από αυτό το σκηνικό. Στην πραγματικότητα κατάγεται από τη δεκαετία του τριάντα και από τις τότε αναζητήσεις στην Ελλάδα να βρεθεί ένας τρόπος γραφής που να ενοφθαλμίζει στα εντόπια τους ευρωπαϊκούς τρόπους. (*avgi.gr)
  3. ιατρικήεμβολιάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενοφθαλμίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐνοφθαλμίζω < ἐν + ὀφθαλμός

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςενοφθαλμίζωενοφθαλμίζειςενοφθαλμίζειενοφθαλμίζουμεενοφθαλμίζετεενοφθαλμίζουν / ενοφθαλμίζουνε
Παρατατικόςενοφθάλμιζαενοφθάλμιζεςενοφθάλμιζεενοφθαλμίζαμεενοφθαλμίζατεενοφθάλμιζαν / ενοφθαλμίζαν / ενοφθαλμίζανε
Αόριστοςενοφθάλμισαενοφθάλμισεςενοφθάλμισεενοφθαλμίσαμεενοφθαλμίσατεενοφθάλμισαν / ενοφθαλμίσαν / ενοφθαλμίσανε
Μέλλονταςθα ενοφθαλμίζω / θα ενοφθαλμίσωθα ενοφθαλμίζεις / θα ενοφθαλμίσειςθα ενοφθαλμίζει / θα ενοφθαλμίσειθα ενοφθαλμίζουμε / θα ενοφθαλμίσουμεθα ενοφθαλμίζετε / θα ενοφθαλμίσετεθα ενοφθαλμίζουν / θα ενοφθαλμίζουνε / θα ενοφθαλμίσουν / θα ενοφθαλμίσουνε
Παρακείμενοςέχω ενοφθαλμίσειέχεις ενοφθαλμίσειέχει ενοφθαλμίσειέχουμε ενοφθαλμίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ενοφθαλμίσειείχες ενοφθαλμίσειείχε ενοφθαλμίσει———
Υποτακτικήνα έχω ενοφθαλμίσει / να ενοφθαλμίζω / να ενοφθαλμίσωνα έχεις ενοφθαλμίσει / να ενοφθαλμίζεις / να ενοφθαλμίσειςνα έχει ενοφθαλμίσει / να ενοφθαλμίζει / να ενοφθαλμίσεινα έχουμε ενοφθαλμίσει / να ενοφθαλμίζουμε / να ενοφθαλμίσουμενα ενοφθαλμίζετε / να ενοφθαλμίσετενα ενοφθαλμίζουν / να ενοφθαλμίζουνε / να ενοφθαλμίσουν / να ενοφθαλμίσουνε
Προστακτική—ενοφθάλμιζε / ενοφθάλμισε——ενοφθαλμίζετε / ενοφθαλμίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ενοφθαλμίστηκαενοφθαλμίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →