ενοχλώ
•
- πειράζω κάποιον και τον στεναχωρώ σε κάποιο βαθμό, τον δυσαρεστώ ή του χαλάω την ησυχία ή την ηρεμία του Βικιλεξικό
- Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr https://www.protagon.gr/anagnwstes/synexizetai-to-kapnisma-sto-nosokomeio-tis-rodou-5685000000)
- Την ενοχλούσαν όλα. Οι μύγες που πετούσαν, τα μυρμήγκια που περπατούσαν και η άμμος που έμπαινε από τις χαραμάδες όταν φυσούσε το χαμσίνι, ο δυνατός άνεμος της ερήμου. (Ευγενία Φακίνου, Έρως, Θέρως, Πόλεμος, εκδ. Καστανιώτη, 2003)
Ετυμολογία
ενοχλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνοχλῶ, συνηρημένος τύπος του ἐνοχλέω < ἐν + ὀχλέω < ὄχλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woǵʰlos < *weǵʰ (φέρω, μεταφέρω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενοχλώ | ενοχλείς | ενοχλεί | ενοχλούμε | ενοχλείτε | ενοχλούν / ενοχλούνε |
| Παρατατικός | ενοχλούσα | ενοχλούσες | ενοχλούσε | ενοχλούσαμε | ενοχλούσατε | ενοχλούσαν / ενοχλούσανε |
| Αόριστος | ενόχλησα | ενόχλησες | ενόχλησε | ενοχλήσαμε | ενοχλήσατε | ενοχλήσαν / ενοχλήσανε / ενόχλησαν |
| Μέλλοντας | θα ενοχλήσω / θα ενοχλώ | θα ενοχλήσεις / θα ενοχλείς | θα ενοχλήσει / θα ενοχλεί | θα ενοχλήσουμε / θα ενοχλούμε | θα ενοχλήσετε / θα ενοχλείτε | θα ενοχλήσουν / θα ενοχλήσουνε / θα ενοχλούν / θα ενοχλούνε |
| Παρακείμενος | έχω ενοχλήσει | έχεις ενοχλήσει | έχει ενοχλήσει | έχουμε ενοχλήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενοχλήσει | είχες ενοχλήσει | είχε ενοχλήσει | είχαμε ενοχλήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενοχλήσει / να ενοχλήσω / να ενοχλώ | να έχεις ενοχλήσει / να ενοχλήσεις / να ενοχλείς | να έχει ενοχλήσει / να ενοχλήσει / να ενοχλεί | να έχουμε ενοχλήσει / να ενοχλήσουμε / να ενοχλούμε | να ενοχλήσετε / να ενοχλείτε | να ενοχλήσουν / να ενοχλήσουνε / να ενοχλούν / να ενοχλούνε |
| Προστακτική | — | ενόχλησε | — | — | ενοχλήστε / ενοχλείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ενοχλήθηκαενοχλούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →