Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενοχοποίηση

/e.no.xoˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενοχοποιώ Βικιλεξικό
    • Ωστόσο, τα διακριτά αυτά γεγονότα συγκλίνουν στην ενοχοποίηση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Και η συνισταμένη αυτή μπορεί να μην καταλήξει στο παγκόσμιο χάος που προαναγγέλλει μια εντυπωσιακή χορωδία από Κασσάνδρες, αλλά σε μια απελευθερωτική εξέλιξη. (enet.gr)

Ετυμολογία

ενοχοποίηση < (καθαρεύουσα) ἐνοχοποίησις < (ενοχοποιώ) ενοχοποιη- + -σις > -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενοχοποίησηενοχοποιήσεις
Γενικήενοχοποίησηςενοχοποιήσεων
Αιτιατικήενοχοποίησηενοχοποιήσεις
Κλητικήενοχοποίησηενοχοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →