ενοχοποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενοχοποιώ Βικιλεξικό
- Ωστόσο, τα διακριτά αυτά γεγονότα συγκλίνουν στην ενοχοποίηση του παγκόσμιου καπιταλισμού. Και η συνισταμένη αυτή μπορεί να μην καταλήξει στο παγκόσμιο χάος που προαναγγέλλει μια εντυπωσιακή χορωδία από Κασσάνδρες, αλλά σε μια απελευθερωτική εξέλιξη. (enet.gr)
Ετυμολογία
ενοχοποίηση < (καθαρεύουσα) ἐνοχοποίησις < (ενοχοποιώ) ενοχοποιη- + -σις > -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ενοχοποίηση | ενοχοποιήσεις |
| Γενική | ενοχοποίησης | ενοχοποιήσεων |
| Αιτιατική | ενοχοποίηση | ενοχοποιήσεις |
| Κλητική | ενοχοποίηση | ενοχοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →