ενοχοποιώ
•
- καταδεικνύω το πώς σχετίζεται κάποιος ως ένοχος με ένα αξιόποινο ή επιλήψιμο γεγονός, κυρίως ένα έγκλημα Βικιλεξικό
- Με τις αποκαλύψεις του ενοχοποίησε πολλούς αξιωματούχους στο σκάνδαλο.
Ετυμολογία
ενοχοποιώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐνοχοποιῶ, συνηρημένος τύπος του ἐνοχοποιέω < αρχαία ελληνική ἔνοχος + ποιέω / ποιῶ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inculper)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενοχοποιώ | ενοχοποιείς | ενοχοποιεί | ενοχοποιούμε | ενοχοποιείτε | ενοχοποιούν / ενοχοποιούνε |
| Παρατατικός | ενοχοποιούσα | ενοχοποιούσες | ενοχοποιούσε | ενοχοποιούσαμε | ενοχοποιούσατε | ενοχοποιούσαν / ενοχοποιούσανε |
| Αόριστος | ενοχοποίησα | ενοχοποίησες | ενοχοποίησε | ενοχοποιήσαμε | ενοχοποιήσατε | ενοχοποίησαν / ενοχοποιήσαν / ενοχοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα ενοχοποιήσω / θα ενοχοποιώ | θα ενοχοποιήσεις / θα ενοχοποιείς | θα ενοχοποιήσει / θα ενοχοποιεί | θα ενοχοποιήσουμε / θα ενοχοποιούμε | θα ενοχοποιήσετε / θα ενοχοποιείτε | θα ενοχοποιήσουν / θα ενοχοποιήσουνε / θα ενοχοποιούν / θα ενοχοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω ενοχοποιήσει | έχεις ενοχοποιήσει | έχει ενοχοποιήσει | έχουμε ενοχοποιήσει | έχετε ενοχοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενοχοποιήσει | είχες ενοχοποιήσει | είχε ενοχοποιήσει | είχαμε ενοχοποιήσει | είχατε ενοχοποιήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω ενοχοποιήσει / να ενοχοποιήσω / να ενοχοποιώ | να έχεις ενοχοποιήσει / να ενοχοποιήσεις / να ενοχοποιείς | να έχει ενοχοποιήσει / να ενοχοποιήσει / να ενοχοποιεί | να έχουμε ενοχοποιήσει / να ενοχοποιήσουμε / να ενοχοποιούμε | να έχετε ενοχοποιήσει / να ενοχοποιήσετε / να ενοχοποιείτε | να ενοχοποιήσουν / να ενοχοποιήσουνε / να ενοχοποιούν / να ενοχοποιούνε |
| Προστακτική | — | ενοχοποίησε | — | — | ενοχοποιήστε / ενοχοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →