ενοχοποιητικός
•
- που έχει σχέση με την ενοχοποίηση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενοχοποιητικός < ενοχοποιώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενοχοποιητικός | ενοχοποιητική | ενοχοποιητικό |
| Γενική | ενοχοποιητικού | ενοχοποιητικής | ενοχοποιητικού |
| Αιτιατική | ενοχοποιητικό | ενοχοποιητική | ενοχοποιητικό |
| Κλητική | ενοχοποιητικέ | ενοχοποιητική | ενοχοποιητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενοχοποιητικοί | ενοχοποιητικές | ενοχοποιητικά |
| Γενική | ενοχοποιητικών | ενοχοποιητικών | ενοχοποιητικών |
| Αιτιατική | ενοχοποιητικούς | ενοχοποιητικές | ενοχοποιητικά |
| Κλητική | ενοχοποιητικοί | ενοχοποιητικές | ενοχοποιητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →