Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενοχοποιητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ενοχοποίηση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενοχοποιητικός < ενοχοποιώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενοχοποιητικόςενοχοποιητικήενοχοποιητικό
Γενικήενοχοποιητικούενοχοποιητικήςενοχοποιητικού
Αιτιατικήενοχοποιητικόενοχοποιητικήενοχοποιητικό
Κλητικήενοχοποιητικέενοχοποιητικήενοχοποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενοχοποιητικοίενοχοποιητικέςενοχοποιητικά
Γενικήενοχοποιητικώνενοχοποιητικώνενοχοποιητικών
Αιτιατικήενοχοποιητικούςενοχοποιητικέςενοχοποιητικά
Κλητικήενοχοποιητικοίενοχοποιητικέςενοχοποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →