ενσπείρω
•
- λόγιοδιαδίδω (συνήθως κάτι αρνητικό) Βικιλεξικό
- …η εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου υποστήριξε ότι «οι δηλώσεις ορισμένων Βρετανών πολιτικών αποτελούν σαφώς ένα οργανωμένο πολιτικό σχέδιο» που στοχεύει να ενσπείρει τη διχόνοια μεταξύ των αναπτυσσόμενων κρατών… (*)
Ετυμολογία
ενσπείρω < (ελληνιστική κοινή) < ἐν + αρχαία ελληνική σπείρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενσπέρνω | ενσπέρνεις | ενσπέρνει | ενσπέρνουμε | ενσπέρνετε | ενσπέρνουν / ενσπέρνουνε |
| Παρατατικός | ενέσπερνα | ενέσπερνες | ενέσπερνε | ενσπέρναμε | ενσπέρνατε | ενέσπερναν / ενσπέρναν / ενσπέρνανε |
| Αόριστος | ενέσπειρα | ενέσπειρες | ενέσπειρε | ενσπείραμε | ενσπείρατε | ενέσπειραν / ενσπείραν / ενσπείρανε |
| Μέλλοντας | θα ενσπέρνω / θα ενσπείρω | θα ενσπέρνεις / θα ενσπείρεις | θα ενσπέρνει / θα ενσπείρει | θα ενσπέρνουμε / θα ενσπείρουμε | θα ενσπέρνετε / θα ενσπείρετε | θα ενσπέρνουν / θα ενσπέρνουνε / θα ενσπείρουν / θα ενσπείρουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενσπείρει | έχεις ενσπείρει | έχει ενσπείρει | έχουμε ενσπείρει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενσπείρει | είχες ενσπείρει | είχε ενσπείρει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενσπείρει / να ενσπέρνω / να ενσπείρω | να έχεις ενσπείρει / να ενσπέρνεις / να ενσπείρεις | να έχει ενσπείρει / να ενσπέρνει / να ενσπείρει | να έχουμε ενσπείρει / να ενσπέρνουμε / να ενσπείρουμε | να ενσπέρνετε / να ενσπείρετε | να ενσπέρνουν / να ενσπέρνουνε / να ενσπείρουν / να ενσπείρουνε |
| Προστακτική | — | ένσπειρε / ένσπερνε | — | — | ενσπέρνετε / ενσπείρτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →