σπέρνω
•
- κυριολεκτικάσκορπίζω σπόρους πάνω ή μέσα στο έδαφος, προκειμένου να βλαστήσουν Βικιλεξικό
- μεταφορικάσκορπίζω, διασπείρω, διαδίδω Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυμβάλλω στη σύλληψη και κύηση παιδιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπέρνω < αρχαία ελληνική σπείρω κατά το σχήμα φέρω > φέρνω < πρωτοελληνική *spéřřō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sper- (σπέρνω, διασπείρω, σκορπίζω)
Άλλοι τύποι
έσπειρασπάρθηκασπέρνομαισπαρμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →