ενστικτώδης
•
- που γίνεται αυθόρμητα, χωρίς σκέψη, που προκαλείται από ένστικτο Βικιλεξικό
- O ατομοκεντρισμός φανερώνει δέσμευση στον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων, κυρίαρχη την ανάγκη κατασφάλισης (αυτοσυντήρησης – κυριαρχίας – ηδονής) του εγωτικού υποκειμένου, άρα πρωτεύουσα τη χρησιμότητα – ωφελιμότητα. O κοινωνιοκεντρισμός, αντίθετα, δηλώνει δυναμική ελευθερίας από το ένστικτο, προτεραιότητα της αυθυπέρβασης, της μετοχής, της προσφοράς, της αμοιβαιότητας. (εφ. Καθημερινή, 15.08.2016)
Ετυμολογία
ενστικτώδης < ένστικτ(ο) + -ώδης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενστικτώδης | ενστικτώδης | ενστικτώδες |
| Γενική | ενστικτώδους | ενστικτώδους | ενστικτώδους |
| Αιτιατική | ενστικτώδη | ενστικτώδη | ενστικτώδες |
| Κλητική | ενστικτώδη / ενστικτώδης | ενστικτώδης | ενστικτώδες |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενστικτώδεις | ενστικτώδεις | ενστικτώδη |
| Γενική | ενστικτωδών | ενστικτωδών | ενστικτωδών |
| Αιτιατική | ενστικτώδεις | ενστικτώδεις | ενστικτώδη |
| Κλητική | ενστικτώδεις | ενστικτώδεις | ενστικτώδη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →