εντερόλιθος
•
- λόγιοσβώλος που σχηματίζεται στο πεπτικό σύστημα φυτοφάγου ζώου (αίγαγρου) και έχει δημιουργηθεί από την τροφή, διάφορες τρίχες καθώς και τα πεπτικά υγρά Βικιλεξικό
- λόγιοαντίδοτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντερόλιθος < έντερο + -ο- + λίθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εντερόλιθος | εντερόλιθοι |
| Γενική | εντερολίθου / εντερόλιθου | εντερολίθων / εντερόλιθων |
| Αιτιατική | εντερόλιθο | εντερολίθους / εντερόλιθους |
| Κλητική | εντερόλιθε | εντερόλιθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →