Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντεταμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει ενταθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εντεταμένος < αρχαία ελληνική ἐντεταμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἐντείνω

Άλλοι τύποι

εντεταμέναεντεταμένεεντεταμένεςεντεταμένηεντεταμένηςεντεταμένοεντεταμένοιεντεταμένοςεντεταμένουεντεταμένουςεντεταμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →