εντεταμένος
•
- που έχει ενταθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντεταμένος < αρχαία ελληνική ἐντεταμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἐντείνω
Άλλοι τύποι
εντεταμέναεντεταμένεεντεταμένεςεντεταμένηεντεταμένηςεντεταμένοεντεταμένοιεντεταμένοςεντεταμένουεντεταμένουςεντεταμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →