Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντεψίζης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοαναιδής, άσεμνος, αθυρόστομος Βικιλεξικό
    • Πολύ σωστά. Είχα πολύ δίκιο. Μα αυτά τα ’καναν καμπόσοι εντεψίζηδες. Αυτοί κάψανε το κεφάλι του κόσμου. Ο θεός ας τους παιδέψει κατά τα έργα τους. Ίνσαλλάχ! (Στράτης Μυριβήλης, Πόλεμος)

Ετυμολογία

εντεψίζης < τουρκική edepsiz < edep + -siz < αραβική ادب (adab)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεντεψίζηςεντεψίζηδες
Γενικήεντεψίζηεντεψίζηδων
Αιτιατικήεντεψίζηεντεψίζηδες
Κλητικήεντεψίζηεντεψίζηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →