εντεψίζικος
•
- άσεμνος, αθυρόστομος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντεψίζικος < εντεψίζ(ης) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εντεψίζικος | εντεψίζικη | εντεψίζικο |
| Γενική | εντεψίζικου | εντεψίζικης | εντεψίζικου |
| Αιτιατική | εντεψίζικο | εντεψίζικη | εντεψίζικο |
| Κλητική | εντεψίζικε | εντεψίζικη | εντεψίζικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εντεψίζικοι | εντεψίζικες | εντεψίζικα |
| Γενική | εντεψίζικων | εντεψίζικων | εντεψίζικων |
| Αιτιατική | εντεψίζικους | εντεψίζικες | εντεψίζικα |
| Κλητική | εντεψίζικοι | εντεψίζικες | εντεψίζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →