Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντοιχίζω

ρήμα
•
  1. προσαρμόζω (κάτι) στην επιφάνεια ενός τοίχου Βικιλεξικό
  2. προσαρμόζω (κάτι) σε εσοχή ενός τοίχου, ώστε να μην εξέχει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εντοιχίζω < εν- + τοίχος + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεντοιχίζωεντοιχίζειςεντοιχίζειεντοιχίζουμεεντοιχίζετεεντοιχίζουν / εντοιχίζουνε
Παρατατικόςεντοίχιζαεντοίχιζεςεντοίχιζεεντοιχίζαμεεντοιχίζατεεντοίχιζαν / εντοιχίζαν / εντοιχίζανε
Αόριστοςεντοίχισαεντοίχισεςεντοίχισεεντοιχίσαμεεντοιχίσατεεντοίχισαν / εντοιχίσαν / εντοιχίσανε
Μέλλονταςθα εντοιχίζω / θα εντοιχίσωθα εντοιχίζεις / θα εντοιχίσειςθα εντοιχίζει / θα εντοιχίσειθα εντοιχίζουμε / θα εντοιχίσουμεθα εντοιχίζετε / θα εντοιχίσετεθα εντοιχίζουν / θα εντοιχίζουνε / θα εντοιχίσουν / θα εντοιχίσουνε
Παρακείμενοςέχω εντοιχίσειέχεις εντοιχίσειέχει εντοιχίσειέχουμε εντοιχίσειέχετε εντοιχίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εντοιχίσειείχες εντοιχίσειείχε εντοιχίσειείχαμε εντοιχίσει——
Υποτακτικήνα έχω εντοιχίσει / να εντοιχίζω / να εντοιχίσωνα έχεις εντοιχίσει / να εντοιχίζεις / να εντοιχίσειςνα έχει εντοιχίσει / να εντοιχίζει / να εντοιχίσεινα έχουμε εντοιχίσει / να εντοιχίζουμε / να εντοιχίσουμενα έχετε εντοιχίσει / να εντοιχίζετε / να εντοιχίσετενα εντοιχίζουν / να εντοιχίζουνε / να εντοιχίσουν / να εντοιχίσουνε
Προστακτική—εντοίχιζε / εντοίχισε——εντοιχίζετε / εντοιχίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →