εντοιχίζω
•
- προσαρμόζω (κάτι) στην επιφάνεια ενός τοίχου Βικιλεξικό
- προσαρμόζω (κάτι) σε εσοχή ενός τοίχου, ώστε να μην εξέχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντοιχίζω < εν- + τοίχος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εντοιχίζω | εντοιχίζεις | εντοιχίζει | εντοιχίζουμε | εντοιχίζετε | εντοιχίζουν / εντοιχίζουνε |
| Παρατατικός | εντοίχιζα | εντοίχιζες | εντοίχιζε | εντοιχίζαμε | εντοιχίζατε | εντοίχιζαν / εντοιχίζαν / εντοιχίζανε |
| Αόριστος | εντοίχισα | εντοίχισες | εντοίχισε | εντοιχίσαμε | εντοιχίσατε | εντοίχισαν / εντοιχίσαν / εντοιχίσανε |
| Μέλλοντας | θα εντοιχίζω / θα εντοιχίσω | θα εντοιχίζεις / θα εντοιχίσεις | θα εντοιχίζει / θα εντοιχίσει | θα εντοιχίζουμε / θα εντοιχίσουμε | θα εντοιχίζετε / θα εντοιχίσετε | θα εντοιχίζουν / θα εντοιχίζουνε / θα εντοιχίσουν / θα εντοιχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εντοιχίσει | έχεις εντοιχίσει | έχει εντοιχίσει | έχουμε εντοιχίσει | έχετε εντοιχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εντοιχίσει | είχες εντοιχίσει | είχε εντοιχίσει | είχαμε εντοιχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εντοιχίσει / να εντοιχίζω / να εντοιχίσω | να έχεις εντοιχίσει / να εντοιχίζεις / να εντοιχίσεις | να έχει εντοιχίσει / να εντοιχίζει / να εντοιχίσει | να έχουμε εντοιχίσει / να εντοιχίζουμε / να εντοιχίσουμε | να έχετε εντοιχίσει / να εντοιχίζετε / να εντοιχίσετε | να εντοιχίζουν / να εντοιχίζουνε / να εντοιχίσουν / να εντοιχίσουνε |
| Προστακτική | — | εντοίχιζε / εντοίχισε | — | — | εντοιχίζετε / εντοιχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →