Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντομοφαγία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να τρώει κάποιος έντομα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εντομοφαγία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική entomophagie < entomophage < αρχαία ελληνική ἔντομον (< τέμνω) + -φαγία, μορφολογικά αναλύεται σε εντόμ(ων) + -ο- + -φαγία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεντομοφαγίαεντομοφαγίες
Γενικήεντομοφαγίαςεντομοφαγιών
Αιτιατικήεντομοφαγίαεντομοφαγίες
Κλητικήεντομοφαγίαεντομοφαγίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →