Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντριβής

/en.dɾiˈvis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου γνωρίζει καλά κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εντριβής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐντριβής < ἐντρίβω < ἐν + τρίβω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *terh₁- (τρίβω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεντριβήςεντριβήςεντριβές
Γενικήεντριβούςεντριβούςεντριβούς
Αιτιατικήεντριβήεντριβήεντριβές
Κλητικήεντριβή / εντριβήςεντριβήςεντριβές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεντριβείςεντριβείςεντριβή
Γενικήεντριβώνεντριβώνεντριβών
Αιτιατικήεντριβείςεντριβείςεντριβή
Κλητικήεντριβείςεντριβείςεντριβή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →