Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εντρυφώ

/en.dɾiˈfo/ρήμα
•
  1. βρίσκω ευχαρίστηση σε κάτι, αισθάνομαι απόλαυση ασχολούμενος με κάτι Βικιλεξικό
    • Όσο περισσότερο εντρυφούμε σε μια τέχνη τόσο εντείνεται η απόλαυση που μας προσφέρει. Και δεν εννοώ ότι η ευχαρίστησή μας μεγαλώνει, γιατί αυτοθαυμαζόμαστε επαινώντας τον εαυτό μας, που είμαστε τόσο έξυπνοι και εκλεκτικοί. Όχι, εννοώ ότι η ίδια η εμπειρία της επαφής που έχει κανείς με ένα έργο τέχνης εξελίσσεται και εμπλουτίζεται όσο οι γνώσεις μας αυξάνονται. Η γνώση εμπλουτίζει την εμπειρία και η απόλαυση είναι πιο έντονη (*)
    • Για ένα ζαμάνι τον έθελγε ιδιαίτερα να εντρυφεί στις επάρατες νόσους αλλά και στους βίαιους τρόπους θανάτου. Μπορούσε, ας πούμε, να σου περιγράψει γλαφυρότατα τον μηχανισμό του εμφράγματος (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

εντρυφώ < αρχαία ελληνική ἐντρυφάω / ἐντρυφῶ < ἐν + τρυφάω / τρυφῶ < τρυφή < θρύπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dhreus- (θραύω, σπάω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεντρυφώεντρυφείςεντρυφείεντρυφούμεεντρυφείτεεντρυφούν / εντρυφούνε
Παρατατικόςεντρυφούσαεντρυφούσεςεντρυφούσεεντρυφούσαμεεντρυφούσατεεντρυφούσαν / εντρυφούσανε
Αόριστοςεντρύφησαεντρύφησεςεντρύφησεεντρυφήσαμεεντρυφήσατεεντρυφήσαν / εντρυφήσανε / εντρύφησαν
Μέλλονταςθα εντρυφήσω / θα εντρυφώθα εντρυφήσεις / θα εντρυφείςθα εντρυφήσει / θα εντρυφείθα εντρυφήσουμε / θα εντρυφούμεθα εντρυφήσετε / θα εντρυφείτεθα εντρυφήσουν / θα εντρυφήσουνε / θα εντρυφούν / θα εντρυφούνε
Παρακείμενοςέχω εντρυφήσειέχεις εντρυφήσειέχει εντρυφήσειέχουμε εντρυφήσειέχετε εντρυφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εντρυφήσειείχες εντρυφήσειείχε εντρυφήσειείχαμε εντρυφήσει——
Υποτακτικήνα έχω εντρυφήσει / να εντρυφήσω / να εντρυφώνα έχεις εντρυφήσει / να εντρυφήσεις / να εντρυφείςνα έχει εντρυφήσει / να εντρυφήσει / να εντρυφείνα έχουμε εντρυφήσει / να εντρυφήσουμε / να εντρυφούμενα έχετε εντρυφήσει / να εντρυφήσετε / να εντρυφείτενα εντρυφήσουν / να εντρυφήσουνε / να εντρυφούν / να εντρυφούνε
Προστακτική—εντρύφει / εντρύφησε——εντρυφήστε / εντρυφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →