απολαμβάνω
•
- αντλώ ιδιαίτερη ευχαρίστηση - απόλαυση από κάτι Βικιλεξικό
- απολαμβάνω τον καφέ μου / την ανοιξιάτικη λιακάδα / τη ζωή μου
- Όλα είχαν μια έξοχη αληθοφάνεια. Η παραστατικότητα του λόγου του ασφαλίτη τον υπνώτιζε, αν δεν τον έβλεπε με καχυποψία και δεν τον αφορούσε όλο αυτό θα μπορούσε να απολαύσει ως λογοτεχνικό κείμενο την έξοχη προφορικότητα του μονόλογου αυτουνού του χαρισματικού αστυνόμου. (Βασίλης Γκουρογιάννης, Αναψηλάφηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- για πλεονεκτήματα ή προνόμια που μου δίνονται Βικιλεξικό
- Τα αγαπημένα παιδιά του πολιτικού συστήματος συνέχιζαν να απολαμβάνουν την εύνοια των ελεγκτών τους μέχρι τέλους. * εφημερίδα Καθημερινή, 31 Μαρτίου 2013
- σπάνιολαμβάνω ένα υλικό από κάποιο σωρό, μείγμα, κράμα ή πέτρωμα, μετά από σχετική επεξεργασία Βικιλεξικό
- απολήφθηκαν 60.000 τόνοι μεταλλεύματος
- Κατά τη μελέτη αυτή τμήμα της όλης συστάδας, έκτασης 20 ha υλοτομήθηκε το έτος 1990 - 1992 και απολήφθηκαν 41 κυβ.μ. αειφύλλων πλατύφυλλων, τμήμα της όλης συστάδας υλοτομήθηκε το έτος 2001 και απολήφθηκαν 201 τόννοι καυσόξυλα αείφυλλων, ενώ το έτος 2014 αναμένεται να αποληφθούν από υλοτομία τμήματος της όλης συστάδας μόλις 354 τόνων, χωρίς να προκύπτει ότι προήλθαν ή ότι θα προέλθουν από δασοπονικά είδη και της επίδικης περιοχής.
Ετυμολογία
απολαμβάνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀπολαμβάνω < αρχαία ελληνική ἀπολαύω και ἀπολαμβάνω < ἀπό + λαμβάνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απολαμβάνω | απολαμβάνεις | απολαμβάνει | απολαμβάνουμε | απολαμβάνετε | απολαμβάνουν / απολαμβάνουνε |
| Παρατατικός | απολάμβανα | απολάμβανες | απολάμβανε | απολαμβάναμε | απολαμβάνατε | απολάμβαναν / απολαμβάναν / απολαμβάνανε |
| Αόριστος | απόλαυσα | απόλαυσες | απόλαυσε | απολαύσαμε | απολαύσατε | απολαύσαν / απολαύσανε / απόλαυσαν |
| Μέλλοντας | θα απολαμβάνω / θα απολαύσω | θα απολαμβάνεις / θα απολαύσεις | θα απολαμβάνει / θα απολαύσει | θα απολαμβάνουμε / θα απολαύσουμε | θα απολαμβάνετε / θα απολαύσετε | θα απολαμβάνουν / θα απολαμβάνουνε / θα απολαύσουν / θα απολαύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απολαύσει | έχεις απολαύσει | έχει απολαύσει | έχουμε απολαύσει | έχετε απολαύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απολαύσει | είχες απολαύσει | είχε απολαύσει | είχαμε απολαύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απολαύσει / να απολαμβάνω / να απολαύσω | να έχεις απολαύσει / να απολαμβάνεις / να απολαύσεις | να έχει απολαύσει / να απολαμβάνει / να απολαύσει | να έχουμε απολαύσει / να απολαμβάνουμε / να απολαύσουμε | να έχετε απολαύσει / να απολαμβάνετε / να απολαύσετε | να απολαμβάνουν / να απολαμβάνουνε / να απολαύσουν / να απολαύσουνε |
| Προστακτική | — | απολάμβανε / απόλαυσε | — | — | απολαμβάνετε / απολαύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →