ενυδατώνω
•
- αποκαθιστώ την ποσότητα ύδατος ή τα επίπεδα υγρασίας σε κάποιο χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ενυδατώνω < εν- + (ελληνιστική κοινή) / ὑδατῶ + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική hydrater)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ενυδατώνω | ενυδατώνεις | ενυδατώνει | ενυδατώνουμε | ενυδατώνετε | ενυδατώνουν / ενυδατώνουνε |
| Παρατατικός | ενυδάτωνα | ενυδάτωνες | ενυδάτωνε | ενυδατώναμε | ενυδατώνατε | ενυδάτωναν / ενυδατώναν / ενυδατώνανε |
| Αόριστος | ενυδάτωσα | ενυδάτωσες | ενυδάτωσε | ενυδατώσαμε | ενυδατώσατε | ενυδάτωσαν / ενυδατώσαν / ενυδατώσανε |
| Μέλλοντας | θα ενυδατώνω / θα ενυδατώσω | θα ενυδατώνεις / θα ενυδατώσεις | θα ενυδατώνει / θα ενυδατώσει | θα ενυδατώνουμε / θα ενυδατώσουμε | θα ενυδατώνετε / θα ενυδατώσετε | θα ενυδατώνουν / θα ενυδατώνουνε / θα ενυδατώσουν / θα ενυδατώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ενυδατώσει | έχεις ενυδατώσει | έχει ενυδατώσει | έχουμε ενυδατώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ενυδατώσει | είχες ενυδατώσει | είχε ενυδατώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ενυδατώσει / να ενυδατώνω / να ενυδατώσω | να έχεις ενυδατώσει / να ενυδατώνεις / να ενυδατώσεις | να έχει ενυδατώσει / να ενυδατώνει / να ενυδατώσει | να έχουμε ενυδατώσει / να ενυδατώνουμε / να ενυδατώσουμε | να ενυδατώνετε / να ενυδατώσετε | να ενυδατώνουν / να ενυδατώνουνε / να ενυδατώσουν / να ενυδατώσουνε |
| Προστακτική | — | ενυδάτωνε / ενυδάτωσε | — | — | ενυδατώνετε / ενυδατώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ενυδατώθηκαενυδατώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →