Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενόρμηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψυχολογίαεσωτερική, κυρίως ασυνείδητη ψυχοσωματική ώθηση που κινητοποιεί]] τη συμπεριφορά με στόχο την εκφόρτιση της έντασης και την ικανοποίηση βασικών αναγκών Βικιλεξικό
    • Ο Freud θεωρούσε πως οι πρώτες αλληλεπιδράσεις των βρεφών με το κοινωνικό τους περίγυρο, και πιο συγκεκριμένα με τα άτομα που τα φροντίζουν, καθορίζουν την προσωπικότητα και την κοινωνική τους ανάπτυξη. Ενστερνιζόταν ότι τα ανθρώπινα όντα κινητοποιούνταν κυρίως από βιολογικές ενορμήσεις. Όταν δηλαδή μια ενόρμηση έχει διεγερθεί, ο οργανισμός προσπαθεί να βρει τρόπους για την καλύψει. Καθώς όμως μειώνεται η ενόρμηση, ο οργανισμός βιώνει μια ευχαρίστηση και επανέρχεται στη βιολογική του ισορροπία.
    • Ξέρει ότι, όταν γράφει, μιλάει με την επιθυμία, δηλαδή με ολόκληρο τον ψυχοσωματικό εαυτό του· κυρίως με τις ασύνειδες και πολυσχιδείς ενορμήσεις του προς έκφραση, οι οποίες, υπερβαίνοντας κάθε πρόθεση, αναγκάζουν τη γλώσσα του να συστοιχηθεί με αυτές και να υπερβεί τη μονοσημία της διανοητικής διατύπωσης για να απεικονίσει την πρόσληψή του της πραγματικότητας με μεγαλύτερη ακρίβεια και καθαρότητα απ' ό,τι ο μη λογοτεχνικός λόγος. (Νάσος Βαγενάς, Πίσω στον συγγραφέα, εφημερίδα Το Βήμα, 3/5/2013 https://www.tovima.gr/2013/05/03/opinions/pisw-ston-syggrafea)

Ετυμολογία

ενόρμηση (μαρτυρείται από το 1892) < καθαρεύουσα ἐνόρμη(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἐνορμάω + -σις (απόδοση για την αγγλική pulsion ή μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Trieb)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήενόρμησηενορμήσεις
Γενικήενόρμησηςενορμήσεων
Αιτιατικήενόρμησηενορμήσεις
Κλητικήενόρμησηενορμήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →