Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενύπαρκτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ενυπάρχει Βικιλεξικό
  2. υπαρκτός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ενύπαρκτος < ενυπάρχω + -τος < αρχαία ελληνική ἐνυπάρχω < ὑπάρχω < ἄρχω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενύπαρκτοςενύπαρκτηενύπαρκτο
Γενικήενύπαρκτουενύπαρκτηςενύπαρκτου
Αιτιατικήενύπαρκτοενύπαρκτηενύπαρκτο
Κλητικήενύπαρκτεενύπαρκτηενύπαρκτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενύπαρκτοιενύπαρκτεςενύπαρκτα
Γενικήενύπαρκτωνενύπαρκτωνενύπαρκτων
Αιτιατικήενύπαρκτουςενύπαρκτεςενύπαρκτα
Κλητικήενύπαρκτοιενύπαρκτεςενύπαρκτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →