υπάρχω
•
- έχω υπόσταση, συνιστώ μια οντότητα Βικιλεξικό
- Σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
- ζω Βικιλεξικό
- Σε άλλους πλανήτες υπάρχουν άνθρωποι;
- υφίσταμαι Βικιλεξικό
- Έντονη ανησυχία υπάρχει για το μέλλον.
- βρίσκομαι κάπου Βικιλεξικό
- Μήπως υπάρχει βιβλιοπωλείο εδώ κοντά;
- στον αόριστοδιατελώ, είμαι Βικιλεξικό
- Ο θείος μου υπήρξε πρόεδρος του σωματείου.
- έχω αξία για κάποιον, είμαι κάτι σημαντικό Βικιλεξικό
- Το παρελθόν δεν υπάρχει πια για μένα.
Ετυμολογία
υπάρχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπάρχω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπάρχω | υπάρχεις | υπάρχει | υπάρχουμε | υπάρχετε | υπάρχουν / υπάρχουνε |
| Παρατατικός | υπήρχα | υπήρχες | υπήρχε | υπήρχαμε | υπήρχατε | υπήρχαν / υπήρχανε |
| Αόριστος | υπήρξα | υπήρξες | υπήρξε | υπήρξαμε | υπήρξατε | υπήρξαν / υπήρξανε |
| Μέλλοντας | θα υπάρξω / θα υπάρχω | θα υπάρξεις / θα υπάρχεις | θα υπάρξει / θα υπάρχει | θα υπάρξουμε / θα υπάρχουμε | θα υπάρξετε / θα υπάρχετε | θα υπάρξουν / θα υπάρξουνε / θα υπάρχουν / θα υπάρχουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπάρξει | έχεις υπάρξει | έχει υπάρξει | έχουμε υπάρξει | έχετε υπάρξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπάρξει | είχες υπάρξει | είχε υπάρξει | είχαμε υπάρξει | είχατε υπάρξει | — |
| Υποτακτική | να έχω υπάρξει / να υπάρξω / να υπάρχω | να έχεις υπάρξει / να υπάρξεις / να υπάρχεις | να έχει υπάρξει / να υπάρξει / να υπάρχει | να έχουμε υπάρξει / να υπάρξουμε / να υπάρχουμε | να έχετε υπάρξει / να υπάρξετε / να υπάρχετε | να υπάρξουν / να υπάρξουνε / να υπάρχουν / να υπάρχουνε |
| Προστακτική | — | ύπαρξε | — | — | υπάρξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →