εξάκωπος
•
- ναυτικός όροςπου έχει έξι κουπιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξάκωπος < εξά- + -κωπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάκωπος | εξάκωπη | εξάκωπο |
| Γενική | εξάκωπου | εξάκωπης | εξάκωπου |
| Αιτιατική | εξάκωπο | εξάκωπη | εξάκωπο |
| Κλητική | εξάκωπε | εξάκωπη | εξάκωπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάκωποι | εξάκωπες | εξάκωπα |
| Γενική | εξάκωπων | εξάκωπων | εξάκωπων |
| Αιτιατική | εξάκωπους | εξάκωπες | εξάκωπα |
| Κλητική | εξάκωποι | εξάκωπες | εξάκωπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →