έξι
•
- το ψηφίο 6 Βικιλεξικό
- σχολικός βαθμός Βικιλεξικό
- φύλλο της τράπουλας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έξι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἕξι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἕξ + -ι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →