Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξάλειψη

/eˈksa.li.psi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εξαφάνιση, το αποτέλεσμα του εξαλείφω Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςκατάργηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξάλειψη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξάλειψ(ις) (σοβάτισμα, καταστροφή) + -η. Μορφολογικά, ἐξ + ἀλειφ- -σις.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξάλειψηεξαλείψεις
Γενικήεξάλειψηςεξαλείψεων
Αιτιατικήεξάλειψηεξαλείψεις
Κλητικήεξάλειψηεξαλείψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →