εξαλείφω
•
- αφαιρώ κάτι από κάποια επιφάνεια Βικιλεξικό
- καὶ τ' ἄστρα τ' ἀναρίθμητα / ἀπὸ τὸν μέγαν Ὄλυμπον / πάντα ἐξαλείφει. (Ανδρέας Κάλβος, Ἡ Λύρα, Ὠδὴ δευτέρα, Εἰς δόξαν, ι΄, 1824)
- νομικός όροςαφαιρώ μέρος κειμένου που έχει νομική υπόσταση Βικιλεξικό
- Δήλωση πρέπει να υποβάλει και καθένας που εξάλειψε υποθήκη ή προσημείωση στα ακίνητά του.
- μεταφορικάπροκαλώ καταστροφή, χαμό ή θάνατο Βικιλεξικό
- Τότε ἄρχισε ὁ Ἀρμασμπέρης νὰ λαβαίνει μέτρα πῶς νὰ μ' ἐξαλείψει. (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, βιβλίον γ΄, κεφ. 3ον, περίπου 1830)
Ετυμολογία
εξαλείφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξαλείφω < ἐξ + ἀλείφω (εξ- + αλείφω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →