Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξάμβλωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοτο έμβρυο που βγήκε με άμβλωση / έκτρωση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάκάτι που είναι τερατόμορφο ή κακότεχνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξάμβλωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξάμβλωμα (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική avorton)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξάμβλωμαεξαμβλώματα
Γενικήεξαμβλώματοςεξαμβλωμάτων
Αιτιατικήεξάμβλωμαεξαμβλώματα
Κλητικήεξάμβλωμαεξαμβλώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →