εξάμβλωμα
•
- λόγιοτο έμβρυο που βγήκε με άμβλωση / έκτρωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι που είναι τερατόμορφο ή κακότεχνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξάμβλωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξάμβλωμα (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική avorton)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάμβλωμα | εξαμβλώματα |
| Γενική | εξαμβλώματος | εξαμβλωμάτων |
| Αιτιατική | εξάμβλωμα | εξαμβλώματα |
| Κλητική | εξάμβλωμα | εξαμβλώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →