αμβλώνω
•
- ιατρικήπροκαλώ άμβλωση / έκτρωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμβλώνω < αρχαία ελληνική ἀμβλόω / ἀμβλῶ < ἀμβλύς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμβλώνω | αμβλώνεις | αμβλώνει | αμβλώνουμε | αμβλώνετε | αμβλώνουν / αμβλώνουνε |
| Παρατατικός | άμβλωνα | άμβλωνες | άμβλωνε | αμβλώναμε | αμβλώνατε | άμβλωναν / αμβλώναν / αμβλώνανε |
| Αόριστος | άμβλωσα | άμβλωσες | άμβλωσε | αμβλώσαμε | αμβλώσατε | άμβλωσαν / αμβλώσαν / αμβλώσανε |
| Μέλλοντας | θα αμβλώνω / θα αμβλώσω | θα αμβλώνεις / θα αμβλώσεις | θα αμβλώνει / θα αμβλώσει | θα αμβλώνουμε / θα αμβλώσουμε | θα αμβλώνετε / θα αμβλώσετε | θα αμβλώνουν / θα αμβλώνουνε / θα αμβλώσουν / θα αμβλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αμβλώσει | έχεις αμβλώσει | έχει αμβλώσει | έχουμε αμβλώσει | έχετε αμβλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμβλώσει | είχες αμβλώσει | είχε αμβλώσει | είχαμε αμβλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμβλώσει / να αμβλώνω / να αμβλώσω | να έχεις αμβλώσει / να αμβλώνεις / να αμβλώσεις | να έχει αμβλώσει / να αμβλώνει / να αμβλώσει | να έχουμε αμβλώσει / να αμβλώνουμε / να αμβλώσουμε | να έχετε αμβλώσει / να αμβλώνετε / να αμβλώσετε | να αμβλώνουν / να αμβλώνουνε / να αμβλώσουν / να αμβλώσουνε |
| Προστακτική | — | άμβλωνε / άμβλωσε | — | — | αμβλώνετε / αμβλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →