Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξάμβλωση

/eˈksaɱ.vlo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήπρόωρη διακοπή της κύησης με τεχνητό τρόπο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη κακοποίηση Βικιλεξικό
    • εξάμβωλση του πολιτιστικού επιπέδου

Ετυμολογία

εξάμβλωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐξάμβλω(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ἐξαμβλόω / ἐξαμβλῶ < ἐξ +ἀμβλόω < ἀμβλύς. Συγχρονικά αναλύεται σε εξ- + άμβλωση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξάμβλωσηεξαμβλώσεις
Γενικήεξάμβλωσηςεξαμβλώσεων
Αιτιατικήεξάμβλωσηεξαμβλώσεις
Κλητικήεξάμβλωσηεξαμβλώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →