εξάνθημα
•
- ιατρικήερεθισμός του δέρματος, με εμφάνιση κηλίδων στην επιδερμίδα και πρόκληση κνησμού ή τσούξιμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξάνθημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξάνθημα < ἐξανθέω < ἄνθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξάνθημα | εξανθήματα |
| Γενική | εξανθήματος | εξανθημάτων |
| Αιτιατική | εξάνθημα | εξανθήματα |
| Κλητική | εξάνθημα | εξανθήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →