Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξανθηματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με εξάνθημα, αναφέρεται σ’ αυτό ή προκαλεί εξανθήματα Βικιλεξικό
    • εξανθηματικός τύφος
    • εξανθηματική νόσος

Ετυμολογία

εξανθηματικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική exanthématique < αρχαία ελληνική ἐξάνθημα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξανθηματικόςεξανθηματικήεξανθηματικό
Γενικήεξανθηματικούεξανθηματικήςεξανθηματικού
Αιτιατικήεξανθηματικόεξανθηματικήεξανθηματικό
Κλητικήεξανθηματικέεξανθηματικήεξανθηματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξανθηματικοίεξανθηματικέςεξανθηματικά
Γενικήεξανθηματικώνεξανθηματικώνεξανθηματικών
Αιτιατικήεξανθηματικούςεξανθηματικέςεξανθηματικά
Κλητικήεξανθηματικοίεξανθηματικέςεξανθηματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →